ΑΥΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΝΙΟΪΕΡΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ UPLEDGER


Κρανιοϊερή Θεραπεία σε ασθενείς στο φάσμα του Αυτισμού

Ωφελιμότητα από την οπτική γωνία των ασθενών, των γονέων και των θεραπευτών

autismcst6

 

Στόχοι προκαταρκτικής μελέτης που δημοσιεύτηκε στο Journal of Bodywork and Movement Therapies, τον Ιανουάριο του 2017, ήταν να διερευνηθεί: η χρήση της Κρανιοϊερής Θεραπείας για άτομα στο φάσμα του Αυτισμού (ASD – Autism Spectrum Disorders), τα δημογραφικά στοιχεία των συμμετεχόντων και η αναδρομική ερμηνεία των αναφερθέντων αλλαγών που σχετίζονται με την παρέμβαση. Οι συμμετέχοντες στην έρευνα ήταν θεραπευτές, γονείς και ασθενείς.

Εισαγωγή

Η Κρανιοϊερή Θεραπεία (CST) είναι μία θεραπευτική επιλογή, που πρώτος εισήγαγε ο Dr John Upledger στη δεκαετία του 1970, για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων του φάσματος του αυτισμού. Ο Dr Upledger οδηγήθηκε σε αυτή τη θεραπευτική επιλογή μετά από εκτενή έρευνα του μηνιγγικού συστήματος που περιβάλλει το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (Upledger και Vredevoogd,1983 – Upledger, 1990).

Σύμφωνα με το «αιτιολογικό μοντέλο του αυτισμού» που διατύπωσε ο Dr Upledger: «κατά τη περίοδο της φυσιολογικής ανάπτυξης του εγκεφάλου και του κρανίου του παιδιού, είναι απαραίτητο οι μηνιγγικές μεμβράνες που καλύπτουν την εσωτερική επιφάνεια της κρανιακής κοιλότητας και την επιφάνεια του εγκεφάλου, να αναπτύσσονται και να διατείνονται συγχρονισμένα με την ανάπτυξη αυτών των κατασκευών, ώστε να συνοδεύουν τη φυσιολογική ωρίμανση της διαδικασίας. Για κάποιο λόγο οι μηνιγγικές μεμβράνες, κυρίως η σκληρά μήνιγγα, χάνουν την δυνατότητα να αναπτύσσονται συγχρονισμένα, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η φυσιολογική διεύρυνση του εγκεφάλου και της κρανιακής κοιλότητας. Αυτή η δυσλειτουργία προκαλείται κυρίως λόγω βιοχημικών αλλαγών»

Μέρος της αρχικής ερευνητικής μελέτης του Dr Upledger στη Κρανιοϊερή μέθοδο θεραπείας, ήταν νοσηλευόμενα παιδιά με σοβαρό αυτισμό (Upledger, 1978, 1990). Μέτα από πολλά χρόνια κλινικής εμπειρίας στη θεραπεία των συμπτωμάτων του φάσματος του αυτισμού, συν ένα ερευνητικό πρόγραμμα που περιελάμβανε 26 ασθενείς, ο Upledger έδειξε ότι με τακτική Κρανιοϊερή θεραπεία, αυτά τα παιδιά παρουσίασαν μείωση ή ολική διακοπή της βίαιης συμπεριφοράς προς τον εαυτό τους, τον αυτοτραυματισμό, ή τις αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, άρχισαν να εκφράζουν στοργή, ενώ βελτιώθηκε αυθόρμητα η κοινωνική συμπεριφορά τους (Upledger, 1978, 1990). Ο Upledger διενήργησε περαιτέρω πιλοτική μελέτη, όπου σε τυφλή σύγκριση, αξιολόγησε τα ευρήματα του μηνιγγικού ιστού σε 63 παιδιά με αυτισμό, χρησιμοποιώντας τη σκάλα αξιολόγησης του Rimland. Τα ευρήματα έδειξαν ότι όσο πιο τυπικά και σοβαρά είναι τα συμπτώματα συμπεριφοράς του αυτισμού, τόσο πιο ισχυροί είναι οι περιορισμοί στον μηνιγγικού ιστό που περιβάλλει του ΚΝΣ (Upledger, 1978, 1990).

Εγκεφαλική φλεγμονή και διαταραχές στο φάσμα του αυτισμού

Μελέτες του εγκεφαλικού ιστού, που έγιναν μετά θάνατον, δίνουν συγκεκριμένα στοιχεία που υποστηρίζουν τη νευρική φλεγμονή ως αιτία παθογένεσης για το φάσμα του αυτισμού.

Το 2005 αναφέρθηκε για πρώτη φορά (Vargas et al., 2005), νευρογλοιακή ενεργοποίηση και δείκτες νευρικής φλεγμονής στον εγκέφαλο ασθενών στο φάσμα του αυτισμού. Επίσης πιο πρόσφατη, μετά θάνατον, μελέτη απεκάλυψε επιφάνεια νευρωνικής αποδιοργάνωσης στο νεοφλοιό παιδιών με αυτισμό (Stoner et al., 2014). Άλλη μελέτη, με μεγάλο δείγμα ανάλυσης εγκεφαλικού ιστού, αποκάλυψε συνεχή υπέρ ενεργοποίηση των μικρό – γλοιακών κυττάρων και των γονιδίων που ρυθμίζουν την απόκριση στη φλεγμονή (Gupta et al. 2014). Μελέτες που αφορούν τον ρόλο του ανοσοποιητικού συστήματος, και την αυτοάνοση ενεργοποίηση, αφήνουν να εννοηθεί συστηματική φλεγμονή σε ασθενείς στο φάσμα του αυτισμού (Goines και Van der, 2010, Al-ayadhi και Mostafa, 2011, Onore et al, 2012., Matthew και Sestan, 2012;, Θεοχαρίδης et al., 2013).

Σε μια πρόσφατη και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μελέτη που δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 2016, ερευνητές από το University of Virginia School of Medicine (UVA), εξακρίβωσαν ότι το ανοσοποιητικό σύστημα επηρεάζει – και μάλιστα ελέγχει – την κοινωνική συμπεριφορά. Αυτή η ανακάλυψη μπορεί να έχει ισχυρό αντίκτυπο στη θεραπεία αρκετών νευρολογικών διαταραχών, όπως οι διαταραχές του φάσματος του αυτισμού. Οι μελετητές εισηγούνται πως η σχέση μεταξύ των ανθρώπων και της παθολογίας, θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα την ανάπτυξη της κοινωνικής μας συμπεριφοράς (που μας επιτρέπει να συμμετέχουμε σε κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, απαραίτητες για την επιβίωση), ενώ αναπτύσσει τρόπους ώστε το ανοσοποιητικό μας σύστημα να μας προστατεύει από τις ασθένειες που συνοδεύουν αυτές τις αλληλεπιδράσεις.

«Ο εγκέφαλος και το προσαρμοστικό ανοσοποιητικό σύστημα εθεωρείτο πως ήταν απομονωμένα το ένα από το άλλο, ενώ κάθε ανοσολογική δραστηριότητα στον εγκέφαλο εθεωρείτο σημάδι μιας παθολογίας. Και τώρα, όχι μόνο φαίνεται να έχουν μια στενή αλληλεπίδραση, αλλά μερικά από τα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς μας μπορεί να έχουν εξελιχθεί λόγω της απόκρισης του ανοσοποιητικού μας συστήματος σε παθολογία» εξήγησε ο Jonathan Kipnis, Πρόεδρος του τμήματος Νευροεπιστημών του UVA.«Είναι τρελό, αλλά ίσως είμαστε ένα πολυκυτταρικό πεδίο μάχης μεταξύ δυο αρχαίων δυνάμεων: της παθολογίας και του ανοσοποιητικού συστήματος. Μέρος της προσωπικότητας μας μπορεί στην πραγματικότητα να υπαγορεύεται από το ανοσοποιητικό σύστημα».

Ήταν μόλις πέρυσι όταν ο Kipnis, διευθυντής του UVA’s Center for Brain Immunology and Glia και η ομάδα του,ανακάλυψαν ότι τα μηνιγγικά αγγεία συνδέουν άμεσα τον εγκέφαλο με το λεμφικό σύστημα.

Το γεγονός αυτό ανέτρεψε απόψεις δεκαετιών, δηλαδή πως ο εγκέφαλος ήταν ο «προνομιούχος του ανοσοποιητικού συστήματος» στερούμενος άμεσης σύνδεσης με αυτό. Η ανακάλυψη αυτή ανοίγει τη πόρτα για εντελώς νέους τρόπους σκέψης, που αφορούν την αλληλεπίδραση του εγκεφάλου με το ανοσοποιητικό σύστημα.

Υπάρχει επίσης ένας αυξανόμενος όγκος έρευνας σχετικά με την παρουσία και τα επίπεδα της περιβαλλοντικής τοξικότητας στα σώματα των ασθενών στο φάσμα του αυτισμού, αν και η συνολική επίδραση αυτών των τοξινών στον νευρικό σύστημα εξακολουθεί να μην είναι απόλυτα
γνωστή (Rossignol et al., 2014).

Με δεδομένο αυτό το ρεύμα στο σώμα της επιστημονικής έρευνας που υποστηρίζει την ύπαρξη εγκεφαλικής φλεγμονής σε ασθενείς με αυτισμό, επιβεβαιώνονται οι παρατηρήσεις του Dr Upledger σχετικά με τη συσχέτιση των περιορισμών στο σύστημα των μεμβρανών, κυρίως της σκληράς μήνιγγας, που περιβάλλουν τον εγκέφαλο και της βαρύτητας των συμπτωμάτων του αυτισμού (Upledger, 1990, 2000).

Η δομική επίπτωση της φλεγμονής στους σωματικούς ιστούς είναι καλά τεκμηριωμένη στην επιστημονική κοινότητα, αλλά η επίπτωση της στον εγκέφαλο και τη φυσιολογία του, στην μετέπειτα συμπεριφορά και λειτουργία παραμένει μια ιστορία προς εξέταση!

Σκοπός της μελέτης

Σκοπός αυτής της προκαταρκτικής, αναδρομικής μελέτης ήταν να ερευνήσει τα μη δημοσιευμένα αποτελέσματα που παρατηρήθηκαν από θεραπευτές οι οποίοι κλινικά εφαρμόζουν Κρανιοϊερή Θεραπεία σε ασθενείς στο φάσμα του αυτισμού, αλλά και από τους γονείς και τους ασθενείς που συμμετείχαν σε αυτή τη βιωματική παρέμβαση. Ο στόχος της έρευνας ήταν να διερευνήσει την τρέχουσα χρήση της Κρανιοϊερής θεραπείας και όχι να εξετάσει το κύρος ή την αξιοπιστία κάθε συγκεκριμένου πρωτοκόλλου Κρανιοϊερής θεραπείας. Η επισήμανση στο πρωτόκολλο των 10-βημάτων του Dr Upledger, έγινε ως κοινό πλαίσιο αναφοράς στα κριτήρια ένταξης των θεραπευτών στην έρευνα. Η μελέτη ερευνά επίσης τα δημογραφικά στοιχεία των συμμετεχόντων θεραπευτών, το υπόβαθρο τους και τη πιστοποίησης τους για την εφαρμογή της Κρανιοϊερής θεραπείας σε ασθενείς στο φάσμα του αυτισμού. Στη προσπάθεια να οριοθετηθεί η περιγραφή των παρατηρουμένων αποτελεσμάτων, ζητήθηκε από τους μετέχοντες αναδρομικά και υποκειμενικά να αξιολογήσουν το επίπεδο αλλαγών σε βασικές συμπεριφορές των ασθενών με αυτισμό,που αποδίδετε στην παρέμβαση.

Μέθοδος

Η απευθείας επιλογή των συμμετεχόντων έγινε μέσω:

• Του Upledger Institute International
• Μελών ομάδας μελέτης της Κρανιοϊερής θεραπείας και από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για θεραπευτές
• Διεθνή δίκτυα υποστήριξης γονέων με παιδιά στο φάσμα του αυτισμού.

Σχηματίστηκαν τρεις ομάδες: ΘΕΡΑΠΕΥΤΕΣ, ΓΟΝΕΙΣ, ΑΣΘΕΝΕΙΣ, όπου τους ζητήθηκε να συμπληρώσουν online ερωτηματολόγιο εξειδικευμένο για κάθε ομάδα. Το κάθε ερωτηματολόγιο περιείχε δημογραφικά στοιχεία, καθώς και στοιχεία για τα επίπεδα κατανόησης τόσο της κρανιοϊερής θεραπείας, όσο και του φάσματος του αυτισμού. Ερωτήθηκαν για τη συχνότητα και τη διάρκεια της θεραπείας και των αριθμό των συνεδριών που χρειάστηκε για την παρατήρηση αλλαγών στη συμπτωματολογία.

Αξιολογώντας την αντίληψη των αλλαγών

Ζητήθηκε από τους θεραπευτές να δώσουν πληροφορίες για πέντε το ανώτερο περιπτώσεις που αντιμετώπισαν. Οι ερευνητές βρήκαν τον απλούστερο τρόπο να αξιολογήσουν τις εμπειρίες που αποκτήθηκαν με την κρανιοϊερή θεραπεία μέσω βαθμολόγησης 20 χαρακτηριστικών της συμπεριφοράς και της λειτουργικής ικανότητας των ασθενών με αυτισμό.

1. Άγχος (ανησυχία, νευρικότητα)
2. Συναισθηματική σταθερότητα (ευερεθιστότητα, ξεσπάσματα, μεταβολές της διάθεσης)
3. Ύπνος (διατήρηση του ύπνου)
4. Διατροφή
5. Σωματικές λειτουργιές (του εντέρου, της ουροδόχου κύστεως, συνειδητοποίηση)
6. Αισθητηριακή επεξεργασία (επίγνωση/ανεκτικότητα ή αντιδράσεις σε αισθήσεις)
7. Ευελιξία σκέψης ή δράσεων
8. Εμμονές ή καταναγκασμούς
9. Δυνατότητα μεταβάσεων σε δραστηριότητες
10. Λεκτική έκφραση
11. Άλλες μορφές επικοινωνίας
12. Κοινωνική εμπλοκή με άλλους ανθρώπους
13. Συναισθηματική εμπλοκή με άλλους ανθρώπους
14. Ενδιαφέρον για εμπλοκή με το περιβάλλον
15. Δυνατότητα συμμετοχής σε εκπαιδευτικό πρόγραμμα
16. Αυτοέλεγχος
17. Πόνος (πονοκέφαλος, πόνος στο στομάχι ή αλλού)
18. Συμπεριφορά αυτοτραυματισμού
19. Επιθετικότητα προς τους άλλους ανθρώπους
20. Γενική συμπεριφορά

Αποτελέσματα

Συνολικά 405 άτομα ανταποκρίθηκαν στην έρευνα, 264 θεραπευτές, 124 γονείς και 17 ασθενείς.

 

 

autismcst

autismcst1

autismcst2

 

autismcst4

 

autismcst5

Συμπεράσματα

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης η Κρανιοϊερή Θεραπεία συστήνεται ως θεραπεία επιλογής για τα συμπτώματα που σχετίζονται με το φάσμα του αυτισμού. Κλινικά εφαρμόζεται για τρεις δεκαετίες, παρόλα αυτά υπάρχουν μόνο μερικές εμπειρικές μελέτες. Από την επισκόπηση που έγινε φάνηκε πως ήδη συστήνεται ως θεραπευτική προσέγγιση. Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης παρατηρήθηκε θετική ανταπόκριση και στις τρεις ομάδες στόχους που εξετάστηκαν, οδηγώντας τους συγγραφείς να συμπεράνουν ότι αξίζει η περαιτέρω διερεύνηση του τρόπου που η Κρανιοϊερή θεραπεία ωφελεί ασθενείς στο φάσμα του αυτισμού.

Πηγή

“The use of CranioSacral therapy for Autism Spectrum Disorders: Benefits from the viewpoints of parents, clients, and therapists”
Susan Vaughan Kratz, OTR, CST,
Jane Kerr, MSc, Bsc, (Hons), MSCP, HCP
Lorraine Porter, BSc, (Hons)




ΤΑ ΠΡΩΙΜΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΟΥ ΑΥΤΙΣΜΟΥ


Tα πρώιμα στάδια του αυτισμού

autismelli

Τα σημάδια του αυτισμού μπορεί να υπάρχουν από τη γέννηση του παιδιού ή διαφορετικά παρόλο που το παιδί επιτυγχάνει κάποια αναπτυξιακά ορόσημα, ξαφνικά γύρω στους 18- 24 μήνες μπορεί να σταματήσει να κατακτά δεξιότητες ή να αρχίσει να παλινδρομεί χάνοντας τις ικανότητές του.

Συνήθως, οι γονείς είναι εκείνοι που αντιλαμβάνονται πρώτοι ότι το παιδί τους συμπεριφέρεται «παράξενα». Αυτό που θα παρατηρήσει ο γονιός είναι πως το παιδί του αδυνατεί να φθάσει σε ορισμένα αναπτυξιακά στάδια ορόσημα , τα οποία αναλογούν στην ηλικία του.

Καθώς η πρώιμη παρέμβαση είναι πολύ σημαντική για τα αυτιστικά παιδιά, καλό είναι οι γονείς να είναι σε επιφυλακή και να γνωρίζουν κάποια από τα σημάδια που μας προειδοποιούν ότι κάτι δεν πάει καλά σχετικά με την αναπτυξιακή πορεία του παιδιού.

Ποια είναι όμως τα στάδια ορόσημα στην αναπτυξιακή πορεία των παιδιών…

1- περίπου στους 5 μήνες τα παιδιά αρχίζουν και παράγουν ήχους, είναι δηλαδή η περίοδος που αρχίζει το φωνητικό παιχνίδι.

2- γύρω στους 6-9 μήνες ξεκινάει η βλεμματική επαφή – τα μωρά με αυτισμό τείνουν να αποφεύγουν να κοιτάξουν τους γονείς τους.

3- περίπου στους 10 μήνες τα παιδιά αρχίζουν να ανταποκρίνονται όταν φωνάζουμε το όνομά τους – τα μωρά με αυτισμό όμως τείνουν να αγνοούν τους ανθρώπους που προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή τους. ΠΡΟΣΟΧΗ ! Αν το παιδί δεν ανταποκρίνεται όταν φωνάζουμε το όνομά του, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι ένα τεστ ακοής για να βεβαιωθούμε ότι το παιδί ακούει κανονικά και άρα δεν είναι αυτός ο λόγος που δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμά μας.

4- γύρω στους 12 μήνες τα παιδιά αρχίζουν να δείχνουν, χαιρετάνε, πιάνουν αντικείμενα ή προσπαθούν να μιλήσουν.

5- και τέλος περίπου στους 18 μήνες τα παιδιά αρχίζουν να φτιάχνουν προτάσεις 2 λέξεων.

autismelli1Ακόμα ,οι γονείς μπορούν να δοκιμάσουν να παίξουν με τους ήχους που κάνει το παιδί τους, δηλαδή όταν το παιδί παράγει έναν ήχο να τον μιμηθούν για να δούνε αν το παιδί θα ανταποκριθεί ή όχι – τα μωρά με αυτισμό δεν ανταποκρίνονται συνήθως σε τέτοιου είδους λεκτικές εναλλαγές.

Ένα πρώιμο σημάδι του αυτισμού θα μπορούσε να είναι και η ευαισθησία του παιδιού στους ήχους και την αφή – τα αυτιστικά παιδιά είναι ασυνήθιστα ευαίσθητα στους δυνατούς θορύβους, δεν προτιμούν ιδιαίτερα τα χάδια και τις αγκαλιές κι έχουν αντοχή στον πόνο.

Τα αυτιστικά άτομα έχουν επίσης την τάση να εστιάζουν την προσοχή τους σε συγκεκριμένα αντικείμενα ή τμήματα αντικειμένων, αποκλείοντας τους υπόλοιπους ανθρώπους.

Επαναλαμβανόμενες κινήσεις που μπορεί να κάνει το παιδί και σχετίζονται με τον αυτισμό είναι η κίνηση του κορμού μπροστά και πίσω, η γρήγορη κίνηση των χεριών πάνω και κάτω ή τα στροβιλίσματα.

Τέλος, χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι τα παιδιά με αυτισμό αντιδρούν έντονα στις αλλαγές των συνηθειών τους.

Φυσικά το γεγονός ότι ένα παιδί παρουσιάζει συμπεριφορές, οι οποίες συνδέονται ή μοιάζουν με τον αυτισμό, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει και τη διαταραχή.

Ποια είναι τα βασικά γνωρίσματα του αυτισμού:

Πολύ σύντομα θα λέγαμε ότι τα βασικά χαρακτηριστικά του αυτισμού είναι :

 παρουσία ελλειμμάτων στις κοινωνικές δεξιότητες (λεκτικής και μη-λεκτικής επικοινωνίας
 απουσία βλεμματικής επαφής και κοινωνικού χαμόγελου
αδυναμία κατανόησης των συναισθημάτων
 ιδιόμορφη γλωσσική ανάπτυξη, πολλές φορές ο λόγος απουσιάζει ή είναι περιορισμένος, ηχολαλία, μονοτονία στο λόγο
 στερεοτυπία κινήσεων

Σε κάθε περίπτωση εάν ο γονιός αντιληφθεί οτιδήποτε το οποίο τον προβληματίζει σχετικά με την ανάπτυξη του παιδιού του, καλό θα ήταν να απευθυνθεί άμεσα στον παιδίατρο της οικογένειας , ο οποίος και θα τον κατευθύνει ανάλογα.




ΑΣ ΓΝΩΡΙΣΤΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΑΥΤΙΣΜΟ!


Ας γνωριστούμε με τον αυτισμό…

autismelli2

 

Στο άκουσα της διάγνωσης ενός παιδιού με αυτισμό οι περισσότεροι γονείς, όπως είναι φυσικό, μπορεί να «παγώσουν», να τρομάξουν ή ακόμα και να πανικοβληθούν. Πολλές είναι οι σκέψεις, οι φόβοι και τα ερωτηματικά που θα τους δημιουργηθούν.

Γι’ αυτό το λόγο ας προσπαθήσουμε να απλοποιήσουμε και να κατανοήσουμε τον όρο

Ο αυτισμός ως όρος προέρχεται από τη λέξη «εαυτισμός». Αυτό που στην πραγματικότητα κάνει το αυτιστικό παιδί, είναι να κλείνεται στον εαυτό του διότι οι απρόοπτες για αυτό συμπεριφορές των γύρω του το φοβίζουν και το αγχώνουν.

Ανατρέχοντας σε μελέτες που έχουνε γίνει, θα δούμε ότι τα περισσότερα άτομα που λαμβάνουν διάγνωση αυτισμού είναι αγόρια με αναλογία 4 προς 1, αγόρια προς κορίτσια.
Θα πρέπει να σημειώσουμε ωστόσο, πως τα άτομα με αυτιστική διαταραχή διαφέρουν μεταξύ τους και ως προς τα συμπτώματα και ως προς τη σοβαρότητα αυτών.

Μια από τις πρώτες αντιδράσεις των γονέων προσπαθώντας να κατανοήσουν την κατάσταση του παιδιού τους, είναι «γιατί», τι έφταιξε και το δικό τους παιδί αντιμετωπίζει αυτή τη δυσκολία, μήπως έκαναν κάτι λάθος στην ανατροφή του ή ακόμα και προγεννητικά.

Στην πραγματικότητα, τα αίτια της διαταραχής του αυτισμού είναι άγνωστα, αλλά η άποψη που επικρατεί είναι ότι ο αυτισμός οφείλεται σε κάποιο είδος εγκεφαλικής ανεπάρκειας. Σύγχρονες μελέτες, μάλιστα, μιλάνε για γονίδια που προδιαθέτουν την εμφάνιση της αυτιστικής διαταραχής.

Μπορούμε με σιγουριά να πούμε ,όμως, πως ο αυτισμός δεν οφείλεται σε κάποια συναισθηματική επιβάρυνση ή παράλειψη από μέρους του γονέα.

autismelli3

Οι γονείς είναι αυτοί που θα παρατηρήσουν πρώτοι τα συμπτώματα και θα απευθυνθούν σε κάποιον ειδικό για να διερευνήσουν τι συμβαίνει με την ανάπτυξη του παιδιού τους, αναζητώντας τους λόγους που το παιδί τους δεν συμπεριφέρεται ή δεν αναπτύσσεται όπως τα υπόλοιπα συνομήλικα παιδάκια.
Η διάγνωση του αυτισμού γίνεται από εξειδικευμένους επαγγελματίες και βασίζεται στο ιστορικό της ανάπτυξης του παιδιού και στην εκτίμηση των συμπτωμάτων του, είναι κλινική.
Το παιδί συνήθως θα χρειαστεί να αξιολογηθεί από μια ομάδα ειδικών προκειμένου να διαπιστωθεί η αυτιστική διαταραχή. Αυτή η ομάδα μπορεί να αποτελείται από ψυχολόγο, ψυχίατρο, ειδικό παιδαγωγό, λογοθεραπευτή, εργοθεραπευτή κι άλλες ειδικότητες γνωστές για τη διάγνωση και την αντιμετώπιση του αυτισμού.

Υπάρχει θεραπεία για τον αυτισμό;

Αυτό είναι ίσως από τα δυσκολότερα ερωτήματα με το οποίο θα βρεθεί αντιμέτωπος ο γονιός.

Για αυτό το λόγο θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι ένα αυτιστικό άτομο δεν παύει να είναι ποτέ αυτιστικό.

Τα αυτιστικά άτομα αυτό που χρειάζονται είναι εκπαίδευση μέσω της παρακολούθησης ειδικών προγραμμάτων, ούτως ώστε να αποκτήσουν ορισμένες δεξιότητες και να μπορούν να αυτοεξυπηρετούνται, να γίνουν δηλαδή όσο το δυνατόν πιο λειτουργικά.

Οι θεραπείες, που ακολουθούνται, είναι στοχευμένες και εξατομικευμένες ανάλογα με τα συμπτώματα και τις δυσκολίες του κάθε παιδιού. Άλλωστε ποτέ δυο άτομα με διάγνωση αυτισμού δεν παρουσιάζουν τις ίδιες δυσκολίες και συμπεριφορές, συνεπώς δεν είναι και ένας ο τρόπος αντιμετώπισής τους.

Όπως και η διάγνωση, έτσι και η αντιμετώπιση της αυτιστικής διαταραχής, γίνεται με τη συμβολή μιας διεπιστημονικής ομάδας, με προγράμματα που εφαρμόζονται μέσα στην οικογένεια, στον χώρο της θεραπείας αλλά και το εκπαιδευτικό πλαίσιο. Σε κάθε περίπτωση, η συμβουλευτική υποστήριξη των γονέων και η συνεργασία με το σχολείο κρίνεται απαραίτητη.

Πόσο σημαντική είναι τελικά η πρώιμη παρέμβαση;

Κλείνοντας, να τονίσουμε ότι η πρώιμη παρέμβαση στα αυτιστικά άτομα είναι η μόνη θεραπευτική προσέγγιση που έχει παρουσιάσει θεαματικά αποτελέσματα, τόσο στην επικοινωνία (λεκτική και μη), όσο και στην ομαλή ένταξή του παιδιού στο σχολείο, το κοινωνικό σύνολο καθώς και στην καθημερινή γενική λειτουργικότητά του.




ΝΕΟΣ ΡΟΛΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ


ΔΙΑΠΥΣΤΩΘΗΚΕ ΝΕΟΣ ΡΟΛΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

lymph_shutterstock_203746186

Σε μελέτη που δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 2016, ερευνητές από το University of Virginia School of Medicine (UVA), εξακρίβωσαν ότι το ανοσοποιητικό σύστημα επηρεάζει – και μάλιστα ελέγχει – την κοινωνική συμπεριφορά. Αυτή η ανακάλυψη μπορεί να έχει ισχυρό αντίκτυπο στη θεραπεία αρκετών νευρολογικών διαταραχών, όπως οι διαταραχές του φάσματος του αυτισμού ή της σχιζοφρένειας. Οι μελετητές εισηγούνται πως η σχέση μεταξύ των ανθρώπων και της παθολογίας, θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα την ανάπτυξη της κοινωνικής μας συμπεριφοράς (που μας επιτρέπει να συμμετέχουμε σε κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, απαραίτητες για την επιβίωση), ενώ αναπτύσσει τρόπους ώστε το ανοσοποιητικό μας σύστημα να μας προστατεύει από τις ασθένειες που συνοδεύουν αυτές τις αλληλεπιδράσεις.

«Ο εγκέφαλος και το προσαρμοστικό ανοσοποιητικό σύστημα εθεωρείτο πως ήταν απομονωμένα το ένα από το άλλο, ενώ κάθε ανοσολογική δραστηριότητα στον εγκέφαλο εθεωρείτο σημάδι μιας παθολογίας. Και τώρα, όχι μόνο φαίνεται να έχουν μια στενή αλληλεπίδραση, αλλά μερικά από τα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς μας μπορεί να έχουν εξελιχθεί λόγω της απόκρισης του ανοσοποιητικού μας συστήματος σε παθολογία» εξήγησε ο Jonathan Kipnis, Πρόεδρος του τμήματος Νευροεπιστημών του UVA.«Είναι τρελό, αλλά ίσως είμαστε ένα πολυκυτταρικό πεδίο μάχης μεταξύ δυο αρχαίων δυνάμεων: της παθολογίας και του ανοσοποιητικού συστήματος. Μέρος της προσωπικότητας μας μπορεί στην πραγματικότητα να υπαγορεύεται από το ανοσοποιητικό σύστημα».

lymph

 

Ήταν μόλις πέρυσι όταν ο Kipnis, διευθυντής του UVA’s Center for Brain Immunology and Glia και η ομάδα του,ανακάλυψαν ότι τα μηνιγγικά αγγεία συνδέουν άμεσα τον εγκέφαλο με το λεμφικό σύστημα.

Το γεγονός αυτό ανέτρεψε απόψεις δεκαετιών, δηλαδή πως ο εγκέφαλος ήταν ο «προνομιούχος του ανοσοποιητικού συστήματος» στερούμενος άμεσης σύνδεσης με αυτό. Η ανακάλυψη αυτή ανοίγει τη πόρτα για εντελώς νέους τρόπους σκέψης, που αφορούν την αλληλεπίδραση του εγκεφάλου με το ανοσοποιητικό σύστημα.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι μια δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος μπορεί να είναι υπεύθυνη για «κοινωνικά ελλείμματα σε πολλές νευρολογικές και ψυχιατρικές διαταραχές». Φυσικά τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον αυτισμό ή άλλες ειδικές καταστάσεις απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση. Είναι απίθανο ένας μόνο παράγοντας να είναι υπεύθυνος για μια ασθένεια ή το κλειδί για τη θεραπεία. Η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη. Αλλά η ανακάλυψη ότι το ανοσοποιητικό σύστημα – ενδεχομένως τα μικρόβια – μπορεί να ελέγξει τις αλληλεπιδράσεις, δημιουργεί πολλές συναρπαστικές προοπτικές για τους επιστήμονες να εξερευνήσουν, τόσο στη μάχη για τις νευρολογικές διαταραχές, όσο στη κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

«Χρησιμοποιώντας αυτή τη προσέγγιση κάναμε εκτίμηση για τον ρόλο της interferon gamma, μιας σημαντικής κυτοκίνης που εκκρίνεται από τα Τ-λεμφοκύτταρα, στη προαγωγή της κοινωνικής λειτουργίας του εγκεφάλου» δήλωσε ο Litvak. “Τα ευρήματα μας συμβάλλουν σε μια βαθύτερη κατανόηση της κοινωνικής δυσλειτουργίας σε νευρολογικές διαταραχές, όπως ο αυτισμός και η σχιζοφρένεια, ανοίγοντας νέους δρόμους στις θεραπευτικές προσεγγίσεις».

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν online στο περιοδικό ‘Nature’. Το άρθρο γράφτηκε από τους: Filiano, Yang Xu, Nicholas J. Tustison, Rachel L. Marsh, Wendy Baker, Igor Smirnov, Christopher C. Overall, Sachin P. Gadani, Stephen D. Turner, Zhiping Weng, Sayeda Najamussahar Peerzade, Hao Chen, Kevin S. Lee, Michael M. Scott, Mark P. Beenhakker, Litvak and Kipnis.
Αυτή η εργασία υποστηρίζεται από: the National Institutes of Health (grants No. AG034113, NS081026 and T32-AI007496) and the Hartwell Foundation.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Τα παραπάνω ευρήματα μπορούν να υποστηρίζουν, από τη σκοπιά των νευροεπιστημών, την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής της Κρανιοϊερής Θεραπείας σε δυσλειτουργίες του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος, δηλαδή τη δυνατότητα να ενισχύει τον φυσικό αμυντικό μηχανισμό του σώματος, ενεργοποιώντας την διαδικασία αυτορρύθμισης/αυτοδιόρθωσης, με τελικό στόχο την ομοιόσταση.

Έχει διαπιστωθεί ότι μέσω των ήπιων χειρισμών της Κρανιοϊερής Θεραπείας επιτυγχάνεται η αύξηση της ροής των υγρών του σώματος (εγκεφαλονωτιαίο υγρό, λέμφος, αιματική κυκλοφορία). Ο Dr Upledger, εμπνευστής της Κρανιοϊερής θεραπείας, αναφερόμενος στο θέμα είχε πει: «Είναι σαν να απομακρύνονται πέτρες από ένα ποταμό κι έτσι δεν παρεμποδίζεται ο ρους του».

craniosacral-system-supine1Upledger

Τα κρανιακά οστά και το ιερό οστούν χρησιμοποιούνται ως οστέινες λαβές για να επιτευχθεί η πρόσβαση στην υποκείμενη σκληρά μήνιγγα και να απελευθερωθούν υπάρχοντες περιορισμοί μέσα στο σύστημα των μεμβρανών, που περιβάλλει το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα. Το εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) έχει σχέση αλληλεπίδρασης με τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό. Είναι φανερό, λοιπόν, ότι εφόσον του ΕΝΥ εμπερικλειέται στο σύστημα της σκληράς μήνιγγας, που αποτελεί συνέχεια της περιτονίας, ένας περιορισμός σε αυτήν μπορεί να εμφανίσει συμπτώματα οπουδήποτε στο σώμα. Σήμερα μαθαίνουμε ότι τα μηνιγγικά αγγεία συνδέουν άμεσα τον εγκέφαλο με το λεμφικό σύστημα, δηλαδή με το ανοσοποιητικό σύστημα. Γίνεται εύκολα αντιληπτό πως ενδεχόμενος περιορισμός της ελαστικότητας στο ενδοκράνιο σύστημα μεμβρανών, δηλαδή στις μήνιγγες που περιβάλλουν τον εγκέφαλο, επηρεάζει άμεσα την κίνηση των υγρών, άρα και το ανοσοποιητικό σύστημα. Επιτυγχάνοντας, μέσω της Κρανιοϊερής Θεραπείας, την αποκατάσταση της ελαστικότητας στις μήνιγγες, βελτιώνουμε την κίνηση των υγρών, ενισχύουμε ως εκ τούτου την αποτελεσματικότητα του ανοσοποιητικού συστήματος, δηλαδή βελτιώνουμε και ενισχύουμε του φυσικό αμυντικό μηχανισμό του σώματος.

Επίσης δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι ο Dr Upledger, όταν ήταν κλινικός ερευνητής στο Michigan State University, όπου έβαζε τις βάσεις για την Κρανιοϊερή Θεραπεία, τις πρώτες του εφαρμογές τις έκανε σε παιδιά με δυσλεξία και μαθησιακές δυσκολίες επιτυγχάνοντας εξαιρετικά αποτελέσματα.

 

  • Unexpected role of interferon-Ȗ in regulating neuronal connectivity and social behaviour” by Anthony J. Filiano, Yang Xu, Nicholas J. Tustison, Rachel L. Marsh, Wendy Baker, Igor Smirnov, Christopher C. Overall, Sachin P. Gadani, Stephen D. Turner, Zhiping Weng, Sayeda Najamussahar Peerzade, Hao Chen, Kevin S. Lee, Michael M. Scott, Mark P. Beenhakker, Vladimir Litvak and Jonathan Kipnis in Nature. Published online July 13 2016 doi:10.1038/nature18626